Μετάφραση του "damaging" σε Ελληνικά

Οι επιβλαβής, επιζήμιος, ζημιογόνος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "damaging" σε Ελληνικά.

damaging adjective verb γραμματική

Harmful, injurious, describing something that causes damage. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιβλαβής

    adjective masculine

    Of these various fuels, coal is the most damaging to the environment.

    Από αυτά τα διάφορα καύσιμα, ο γαιάνθραξ είναι ο πιο επιβλαβής για το περιβάλλον.

  • επιζήμιος

    adjective masculine

    To the contrary, the exemption rule is damaging to the undertakings located in the eligible areas.

    Αντιθέτως, ο κανόνας εξαίρεσης είναι επιζήμιος για τις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στις επιλέξιμες περιφέρειες.

  • ζημιογόνος

    adjective masculine

    Does the Commission not consider that Mr Di Bari has been penalized, suffering economic and moral damage?

    Di Bari διαμορφώθηκε μια εξ αντικειμένου ζημιογόνος κατάσταση, με προφανείς οικονομικές και ηθικές ζημίες;

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καταστρεπτικός
    • συντριπτικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " damaging " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "damaging" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "damaging" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη