Μετάφραση του "damsel" σε Ελληνικά

Οι κόρη, δεσποινίς, δεσποσύνη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "damsel" σε Ελληνικά.

damsel noun γραμματική

A young woman (of noble birth). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κόρη

    noun feminine

    He sees you as the damsel in distress.

    Σε βλέπει σαν σαν την κόρη που χρειάζεται ανδρική βοήθεια.

  • δεσποινίς

    noun feminine

    Not to steal, but to feed butter to the damsel.

    Όχι για να κλέψω, αλλά για να ταΐσω το βούτυρο στην δεσποινίς.

  • δεσποσύνη

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κοπέλα
    • κοπελιά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " damsel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "damsel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη