Μετάφραση του "daring" σε Ελληνικά

Οι τολμηρός, τόλμη, αγενής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "daring" σε Ελληνικά.

daring adjective noun verb γραμματική

Present participle of dare. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τολμηρός

    adjective masculine

    At one time, daring locals would scale the face of the rock and gather eggs from birds’ nests.

    Κάποτε, τολμηροί ντόπιοι σκαρφάλωναν στο βράχο και μάζευαν αβγά από τις φωλιές των πουλιών.

  • τόλμη

    noun feminine

    And don't you dare lie to a pregnant woman.

    Και μην τολμήσετε να πείτε ψέματα σε μια έγκυο γυναίκα.

  • αγενής

    adjective masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θρασύς
    • ριψοκίνδυνος
    • θάρρος
    • θράσος
    • κουράγιο
    • παράτολμος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " daring " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "daring" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αντιμετωπίζω · αψηφώ · προκαλώ · πρόκληση · τολμώ
  • Αγάπα με αν τολμάς
  • τολμώ
  • τολμώ
  • αντιμετωπίζω · αψηφώ · προκαλώ · πρόκληση · τολμώ
  • αντιμετωπίζω · αψηφώ · προκαλώ · πρόκληση · τολμώ
  • αντιμετωπίζω · αψηφώ · προκαλώ · πρόκληση · τολμώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "daring" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη