Μετάφραση του "dashing" σε Ελληνικά

Οι τολμηρός, ζωηρός, γοητευτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dashing" σε Ελληνικά.

dashing adjective noun verb γραμματική

Spirited, audacious and full of high spirits. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τολμηρός

    adjective masculine

    Speaking of men, there's a rather dashing one over there staring at us.

    Μιλώντας για άνδρες, υπάρχει ένας μάλλον τολμηρός εκεί πέρα κοιτάζοντάς μας επίμονα.

  • ζωηρός

    adjective masculine

    What happened to that dashing young ensign from last night?

    Τι έγινε ο χθεσινός ζωηρός νεαρός σημαιοφόρος

  • γοητευτικός

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κομψός
    • δραστήριος
    • ορμητικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dashing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dashing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Διπλή παύλα · έφοδος · αγώνας δρόμου · αποθαρρύνω · αποκαρδιώνω · βιασύνη · εκσφενδονίζω · εξόρμηση · μακρόν · μεγάλη παύλα · ορμή · ορμώ · παύλα · πιλαλώ · πρέζα · πτοώ · ρίπτω · σπεύδω · σπριντ · στάλα · συντρίβω · ταμπλό · τινάζομαι · τσακίζω
  • τρέχω
  • διακεκομμένη γραμμή
  • ενωτικό · παύλα
  • Παύλα
  • διακεκομμένος
  • κυματιστή γραμμή
  • σε ένα απονενοημένο διάβημα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dashing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη