Μετάφραση του "datum" σε Ελληνικά

Οι δεδομένο, πρόταση, plural data είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "datum" σε Ελληνικά.

datum noun γραμματική

( plural: data ) A measurement of something on a scale understood by both the recorder (a person or device) and the reader (another person or device). The scale is arbitrarily defined, such as from 1 to 10 by ones, 1 to 100 by 0.1, or simply true or false , on or off , yes , no , or maybe , etc. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δεδομένο

    noun neuter

    Ένα δεδομένο, μία πληροφορία.

    The part of the world the piece of datum refers to.

    Το μέρος του δισδιάστατου κόσμου στο οποίο αναφέρεται στο επιμέρους δεδομένο.

  • πρόταση

    noun feminine
  • plural data

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στοιχείο
    • σημείο αναφοράς
    • στοιχείο πληροφόρησης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " datum " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Datum
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Δεδομένο, στοιχείο, σημείο αναφοράς

Φράσεις παρόμοιες με "datum" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "datum" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη