Μετάφραση του "dauntless" σε Ελληνικά

Οι ατρόμητος, απτόητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dauntless" σε Ελληνικά.

dauntless adjective γραμματική

Invulnerable to fear or intimidation. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ατρόμητος

    adjective masculine

    I may be Dauntless, but I'm not just a meathead.

    Μπορεί να είμαι Ατρόμητος, αλλά όχι κουφιοκέφαλος.

  • απτόητος

    Adjective

    Dauntless bridegroom has sworn a vow

    Απτόητος ο γαμπρός ορκίζεται έναν όρκο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dauntless " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dauntless" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη