Μετάφραση του "deactivate" σε Ελληνικά

Οι απενεργοποιώ, αδρανοποιώ, αφοπλίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deactivate" σε Ελληνικά.

deactivate verb γραμματική

(ergative) to make something inactive or no longer effective [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απενεργοποιώ

    verb

    “I have taken ‘networking breaks,’ where I deactivate my account for a couple of months and then reactivate it later.

    «Κάνω “διαλείμματα” κατά τα οποία απενεργοποιώ το λογαριασμό μου για μερικούς μήνες και αργότερα τον ενεργοποιώ ξανά.

  • αδρανοποιώ

    Verb verb
  • αφοπλίζω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " deactivate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Deactivate
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Απενεργοποιώ

    Deactivating navigation system, disabling primary logic circuit.

    Απενεργοποιώ τον αυτόματο πιλότο, απενεργοποιώ τα κυκλώματα.

Φράσεις παρόμοιες με "deactivate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "deactivate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη