Μετάφραση του "deadlock" σε Ελληνικά

Οι αδιέξοδο, σταμάτημα, στάση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deadlock" σε Ελληνικά.

deadlock verb noun γραμματική

A standstill resulting from the opposition of two evenly matched forces; a stalemate or impasse [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδιέξοδο

    ουσιαστικό neuter

    standstill [..]

    Now the Treaty does not even provide this temporary solution to a deadlock.

    Τώρα, η Συνθήκη ούτε καν παρέχει αυτή την προσωρινή λύση σε ένα πλήρες αδιέξοδο.

  • σταμάτημα

    noun neuter

    computing

  • στάση

    noun feminine

    standstill

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κώλυμα
    • αποτελμάτωση
    • αδιέξοδo
    • αδιέξοδο"πάγωμα"συστήματος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " deadlock " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "deadlock" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη