Μετάφραση του "deaf" σε Ελληνικά
Οι κουφός, κωφός, αδιάφορος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deaf" σε Ελληνικά.
Not having the faculty of hearing, or only partially able to hear. [..]
-
κουφός
adjective masculineunable to hear [..]
Jeez, I can't tell if he's totally deaf or the most stubborn man in the world.
Δεν ξέρω αν είναι εντελώς κουφός ή ο πιο ξεροκέφαλος στον κόσμο.
-
κωφός
adjective masculinedeaf people considered as a group [..]
All his friends are deaf and his whole family is deaf.
Όλοι οι φίλοι του είναι κωφοί, καθώς και όλη η οικογένειά του.
-
αδιάφορος
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " deaf " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Of or relating to the culture surrounding deaf users of sign languages. [..]
"Deaf" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Deaf στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "deaf" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κάνω την πάπια
-
τηλεφωνική συσκευή για κωφούς
-
Κώφωση · κωφότητα · κώφωση
-
κωφάλαλος
-
είμαι κουφή · είμαι κουφός
-
ανίκανος να διακρίνει τους μουσικούς ήχους · ανυποψίαστος · εκτός πραγματικότητας · κακόφωνος · κουφός μουσικά · παράτονος · που δεν έχει μουσικό αφτί · χωρίς επίγνωση · χωρίς μουσική αντίληψη · χωρίς να αντιλαμβάνεται
-
Συσκευή τηλεπικοινωνιών για κουφούς
-
θεόκουφος