Μετάφραση του "dealer" σε Ελληνικά

Οι έμπορος, αντιπρόσωπος, μεταπωλητής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dealer" σε Ελληνικά.

dealer noun γραμματική

One who deals things, especially automobiles; a middleman. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έμπορος

    noun masculine

    The gear your friendly neighbourhood dealer sells outside them school gates.

    Ότι πουλάει ο αγαπητός έμπορος της γειτονιάς σου έξω από το σχολείο.

  • αντιπρόσωπος

    noun

    Here the main dealer sells cars but is flanked by a multitude of service sub-dealers.

    Σε αυτές, ο κύριος αντιπρόσωπος πωλεί αυτοκίνητα αλλά πλαισιώνεται από πλήθος εξουσιοδοτημένων συνεργείων.

  • μεταπωλητής

    masculine

    In consequence, the taxable dealer is not entitled to apply the special profit margin scheme.

    Κατά συνέπεια, ο υποκείμενος στον φόρο μεταπωλητής δεν δικαιούται να εφαρμόσει το ειδικό καθεστώς του περιθωρίου κέρδους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ντίλερ
    • διακινητής
    • κρουπιέρης
    • διακινήτρια
    • βαποράκι
    • επιχειρηματίας
    • χρηματιστής
    • μπάνκα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dealer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dealer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dealer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη