Μετάφραση του "debit" σε Ελληνικά

Οι χρέωση, ανάληψη, χρεώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "debit" σε Ελληνικά.

debit adjective verb noun γραμματική

A sum of money taken out of an account. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χρέωση

    noun feminine

    in bookkeeping, an entry in the left hand column of an account

    This takes the form of a book in which credit and debit amounts of duty are entered.

    Πρόκειται για βιβλιάριο στο οποίο καταγράφονται τα ποσά των δασμών σε πίστωση ή σε χρέωση.

  • ανάληψη

    noun feminine

    sum of money taken out of a bank account [..]

  • χρεώνω

    verb

    In bookkeeping: make a negative movement on an account.

    Two months on I have still to receive outstanding items and my visa card has been debited the full amount.

    Έχουν περάσει δύο μήνες και ακόμα δεν έχω παραλάβει τα καθυστερούμενα εμπορεύματα, ενώ το ποσό έχει χρεωθεί ολόκληρο στην πιστωτική μου κάρτα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χρέος
    • φέρω εις χρέωσιν
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " debit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "debit"

Φράσεις παρόμοιες με "debit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Χρεωστική κάρτα · κάρτα χρέωσης · χρεωστική κάρτα
  • Χρεωστική κάρτα · κάρτα χρέωσης · χρεωστική κάρτα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "debit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη