Μετάφραση του "deceit" σε Ελληνικά

Οι απάτη, δόλος, ψευτιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deceit" σε Ελληνικά.

deceit noun γραμματική

An act or practice intended to deceive; a trick [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απάτη

    noun feminine

    state of being deceptive [..]

    O that deceit should dwell in such a gorgeous palace!

    Nα κατοικεί η απάτη σ'έναν τόσο ωραίο πύργο!

  • δόλος

    noun

    Fair value is given and there is no defrauding, cheating, or deceit.

    Δίδεται δικαία αξία και δεν υπάρχει υπεξαίρεση, εξαπάτηση ούτε δόλος.

  • ψευτιά

    Envy, deceit, possessiveness, Children raised in bad conditions.

    Ζήλεια, ψευτιά, κτητικότητα... Τα παιδιά μεγάλωναν σε άσχημες συνθήκες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " deceit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "deceit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αυταπάτη
  • απατηλός · δόλιος · παραπλανητικός · πλανερός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "deceit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη