Μετάφραση του "decent" σε Ελληνικά

Οι ευπρεπής, αξιοπρεπής, κόσμιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "decent" σε Ελληνικά.

decent adjective adverb γραμματική

(obsolete) Appropriate; suitable for the circumstances. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευπρεπής

    adjective masculine, feminine

    showing integrity, fairness, moral uprightness

    It's better to think the man's dead but decent.

    Καλύτερα να πιστεύει πως είναι νεκρός, αλλά ευπρεπής.

  • αξιοπρεπής

    adjective masculine, feminine

    You know Molly's as decent as this boy seems to be.

    Ξέρεις πως η Molly είναι αξιοπρεπής όπως φαίνεται να είναι και αυτό το αγόρι.

  • κόσμιος

    adjective

    showing integrity, fairness, moral uprightness

    Just ask who is the most decent snack bar manager.

    Απλά ρωτήστε ποιος είναι ο πιο κόσμιος διευθυντής σνακ μπαρ εκεί.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τίμιος
    • ικανοποιητικός
    • συμπαθής
    • σεμνός
    • της προκοπής
    • σοβαρός
    • ευυπόληπτος
    • εύσχημος
    • μαζεμένος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " decent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "decent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "decent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη