Μετάφραση του "decimate" σε Ελληνικά

Οι αποδεκατίζω, καταστρέφω, καθαρίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "decimate" σε Ελληνικά.

decimate verb noun γραμματική

(Roman history) To kill one man chosen by lot out of every ten in a legion or other military group. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποδεκατίζω

    verb

    To severely reduce; to destroy almost completely.

  • καταστρέφω

    verb

    Our wormhole technology will decimate your planet.

    Η δική μας τεχνολογία σκουληκότρυπας θα καταστρέψει το πλανήτη σου.

  • καθαρίζω

    verb
  • εξολοθρεύω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " decimate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "decimate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "decimate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη