Μετάφραση του "deckhand" σε Ελληνικά

Το ναύτης είναι η μετάφραση του "deckhand" σε Ελληνικά.

deckhand noun γραμματική

(nautical) A member of the crew of a merchant ship who performs manual labour. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ναύτης

    noun masculine

    He's my new deckhand and my new cook.

    Είναι ο καινούργιος μου ναύτης και ο νέος μου μάγειρας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " deckhand " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "deckhand" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη