Μετάφραση του "declarative" σε Ελληνικά
Οι δηλωτικός, αποφαντικός, οριστική έγκλιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "declarative" σε Ελληνικά.
declarative
adjective
noun
γραμματική
(grammar, of a verb, sentence, or mood) Expressing truth. [..]
-
δηλωτικός
adjective masculineI am interested not in the declarative, departmental side of the issue, but merely the practical side.
Δεν με ενδιαφέρει η δηλωτική, τμηματική πτυχή αυτού του ζητήματος, αλλά απλώς η πρακτική πλευρά.
-
αποφαντικός
adjective -
οριστική έγκλιση
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " declarative " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "declarative" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα
-
ερμηνευτική δήλωση
-
Δήλωση συμμόρφωσης
-
ενότητα δηλώσεων
-
δηλώνω επίσημα · δηλώνω υπεύθυνα
-
δεδηλωμένος · δηλωθείς · ορισμένος
-
Δηλωτικός προγραμματισμός · δηλωτικός προγραμματισμός
-
Δήλωση συμμόρφωσης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη