Μετάφραση του "decline" σε Ελληνικά
Οι παρακμή, αρνούμαι, φθίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "decline" σε Ελληνικά.
(intransitive) To move downwards, to fall, to drop. [..]
-
παρακμή
noun feminineI take issue with the reference to fisheries being a sector in decline.
Διαφωνώ με την άποψη ότι ο τομέας της αλιείας βρίσκεται σε παρακμή.
-
αρνούμαι
verbUnless you've got a warrant, I politely decline the invitation.
Αν δεν έχεις ένταλμα, αρνούμαι ευγενικά την πρόσκληση.
-
φθίνω
verbHis health has begun to decline.
Η υγεία του είχε αρχίσει να φθίνει.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πτώση
- ύφεση
- εξασθένηση
- απομείωση
- κλίνω
- υποβάθμιση
- Κλιση, πτωση ... to state or list the inflections of (a noun, adjective, or pronoun), or (of a noun, adjective, or pronoun) to be inflected for number, case, or gender
- γέρνω
- κατωφέρεια
- μαρασμός
- ξεπεσμός
- παρακμάζω
- πτωση-παρακμη, 2) αρνουμαι/refuse 3)κλινω προς κατι 4)κατηφορα 5) ελλατωση
- αποποιούμαι
- αρνιέμαι
- κάμψη
- ελάττωση
- κατηφόρα
- αποκλίνω
- εκπίπτω
- κατάβαση
- μειώνομαι
- υποτονικότητα
- δύω
- πτώση, αρνούμαι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " decline " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
The administrator's act of removing an update from the main view of updates so that the respective update is no longer displayed or available for deployment.
"Decline" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Decline στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "decline" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άρνηση, απόρριψη προσφοράς
-
μείωση
-
σε παρακμή · σε πτώση · σε υποχώρηση
-
ξεπέφτω · παρακμάζω
-
Απόκλιση αστέρος · άρνηση · απόκλιση · απόκλιση αστέρος · κατάβαση · κατηφόρα · παρακμή
-
έκπτωση τών γνωστικών λειτουργιών · γνωστική εξασθένιση · ύφεση τής νοητικής λειτουργίας
-
μειώνεται · παίρνω τον κατήφορο · παρακμάζει · σε παρακμή · φθείρεται · χάνεται
-
βιομηχανική περιφέρεια σε παρακμή