Μετάφραση του "decompressing" σε Ελληνικά
Το αποσυμπίεση είναι η μετάφραση του "decompressing" σε Ελληνικά.
decompressing
verb
noun
Present participle of decompress. [..]
-
αποσυμπίεση
nounEven with the decompression, the loss of vision could be permanent.
Ακόμη και με την αποσυμπίεση, η απώλεια της όρασης μπορεί να είναι μόνιμη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " decompressing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "decompressing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αποσυμπίεση
-
αποσυμπιέζω · ξελαμπικάρω · ξεσφίγγομαι · χαλαρώνω
-
Αποσυμπιέζω
-
αλγόριθμος αποσυμπίεσης
-
καταδυτικοί πίνακες
-
νόσος των δυτών
-
αποσυμπίεση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη