Μετάφραση του "deep-rooted" σε Ελληνικά

Οι βαθιά ριζωμένος, εδραίος, παγιωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deep-rooted" σε Ελληνικά.

deep-rooted adjective

having deep roots [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βαθιά ριζωμένος

  • εδραίος

  • παγιωμένος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " deep-rooted " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "deep-rooted" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη