Μετάφραση του "defending" σε Ελληνικά
Οι υπεράσπιση, η υπεράσπιση [+Γεν.] είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "defending" σε Ελληνικά.
defending
adjective
verb
Present participle of defend. [..]
-
υπεράσπιση
nounEveryone shall have the possibility of being advised, defended and represented.
Κάθε πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να συμβουλεύεται δικηγόρο και να του αναθέτει την υπεράσπιση και εκπροσώπησή του.
-
η υπεράσπιση [+Γεν.]
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " defending " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "defending" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
των καθ' ων
-
διαφωνώ με αυτό που λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το λες
-
αμύνομαι · υπεραμύνομαι · υπερασπίζομαι
-
Αμύντορας τής Πίστης · Αμύντωρ τής Πίστεως
-
αμυντικός · αμύντωρ · προστάτης · υπέρμαχος · υπερασπιστής
-
υπερασπισμένος
-
αμύνομαι · αμύνομαι υπέρ [+Γεν.] · αντιμάχομαι · αντιπαλεύω · αντιτίθεμαι · αποκρούω την επίθεση σε · απολογούμαι · προασπίζω · προστατεύω · συνηγορώ · υπεραμύνομαι · υπεραμύνομαι [+Γεν.] · υπερασπίζομαι · υπερασπίζω
-
επίπεδο ειδοποίησης Windows Defender
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη