Μετάφραση του "defile" σε Ελληνικά
Οι μολύνω, βεβηλώνω, δερβένι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "defile" σε Ελληνικά.
defile
Verb
verb
noun
γραμματική
(transitive) to make impure; to make dirty. [..]
-
μολύνω
verbto make impure or dirty
I won't allow Trojan blood to defile my lineage.
Δεν θα επιτρέψω Tρώας αίμα, να μολύνει την καταγωγή μου.
-
βεβηλώνω
verbto make impure or dirty
-
δερβένι
noun neuternarrow passage
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- λερώνω
- μαγαρίζω
- ρυπαίνω
- παρέλαση
- ατιμάζω
- παρελαύνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " defile " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "defile" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βρομίζω · λερώνω · ρυπαίνω
-
ακαθαρσία · βεβήλωση · μίασμα · μόλυνση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη