Μετάφραση του "definition" σε Ελληνικά

Οι ορισμός, προσδιορισμός, ερμηνεία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "definition" σε Ελληνικά.

definition noun γραμματική

(semantics) A statement of the meaning of a word or word group or a sign or symbol (dictionary definitions). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ορισμός

    noun masculine

    statement of the meaning of a word or word group or a sign or symbol [..]

    The definition of 'family' has changed over the years.

    Ο ορισμός της "οικογένειας" έχει αλλάξει με τα χρόνια.

  • προσδιορισμός

    noun

    In this instance, yearly intervals would suffice, once the definition stage is over.

    Για τα σχέδια αυτά, θα επαρκούσαν ετήσιες περιόδους μετά τη φάση του προσδιορισμού.

  • ερμηνεία

    noun

    There is no definition of this term under Community law in the relevant legislation.

    Στις σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου δεν απαντά ερμηνεία του όρου αυτού.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σαφήνεια
    • καθαρότητα
    • ορισμός, ευκρίνεια
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " definition " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "definition" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "definition" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη