Μετάφραση του "deflect" σε Ελληνικά

Οι εκτρέπω, παρεκκλίνω, αποσπώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deflect" σε Ελληνικά.

deflect verb γραμματική

(transitive) To make (something) deviate from original path. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκτρέπω

    verb

    I can deflect your power.

    Μπορώ να εκτρέπω τη δύναμή σου.

  • παρεκκλίνω

    verb

    If there's the presence of a more powerful magnetic field, the needle deflects to that power.

    Αν υπάρχει ένα πιο δυνατό μαγνητικό πεδίο, η βελόνα παρεκκλίνει σε αυτήν την δύναμη.

  • αποσπώ

    verb

    Yeah, she's trying to deflect attention from herself.

    Ναι, που προσπαθεί να αποσπάσει την προσοχή από τον εαυτό της.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποκλίνω
    • εκτρέπομαι
    • λοξοδρομώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " deflect " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "deflect" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "deflect" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη