Μετάφραση του "deify" σε Ελληνικά

Οι θεοποιώ, αποθεώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deify" σε Ελληνικά.

deify verb γραμματική

(transitive) To make a god of (something or someone). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • θεοποιώ

    verb

    to make a god of [..]

  • αποθεώνω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " deify " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "deify" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "deify" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη