Μετάφραση του "delegate" σε Ελληνικά
Οι αναθέτω, αντιπρόσωπος, απεσταλμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "delegate" σε Ελληνικά.
delegate
verb
noun
γραμματική
a person authorized to act as representative for another; a deputy [..]
-
αναθέτω
verbThe competent authority may delegate the task of collecting the reports to the manager of the database.
Η αρμόδια αρχή μπορεί να αναθέσει τη συγκέντρωση των εκθέσεων στο διαχειριστή της βάσης δεδομένων.
-
αντιπρόσωπος
noun masculine, feminineThe delegate and his alternate, experts, and advisers.
Ο αντιπρόσωπος και ο αναπληρωτής του, οι εμπειρογνώμονες και οι οι σύμβουλοι.
-
απεσταλμένος
noun masculineSparta! The delegate from Phocis asks the vital question.
Ο απεσταλμένος της Φωκίδας κάνει ερώτηση ζωτικής σημασίας.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εξουσιοδοτώ
- απεσταλμένη
- αποστέλλω αντιπρόσωπο
- δίνω εντολή
- εκπρόσωπος
- μεταβιβάζω
- σύνεδρος
- πληρεξούσιος
- παραπομπή
- κάνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " delegate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "delegate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παραπομπή μέσω πεπλεγμένης συνάρτησης
-
πληρεξούσιος διαχειριστής
-
έλεγχος ταυτότητας με ανάθεση
-
αντιπροσωπεία της ένωσης
-
κατάσταση ανάθεσης
-
μεταβιβάζω αρμοδιότητες
-
εκχώρηση εξουσίας
-
ψήφος δι' αντιπροσώπου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη