Μετάφραση του "delicate" σε Ελληνικά

Οι λεπτός, ντελικάτος, ευαίσθητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "delicate" σε Ελληνικά.

delicate adjective noun γραμματική

(informal) Unwell, especially because of having drunk too much alcohol. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λεπτός

    adjective

    The paste has a fragrant aroma and a delicate taste.

    Η μάζα έχει αρωματική οσμή και λεπτή γεύση.

  • ντελικάτος

    adjective

    So there's no delicate way to put this so I'm just gonna come right out with it.

    Δεν υπάρχει ντελικάτος τρόπος να το πω, οπότε θα το πω στα ίσια.

  • ευαίσθητος

    adjective masculine

    It must be noted that olives are a delicate and perishable fruit.

    Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η ελιά είναι ευαίσθητος και ευαλλοίωτος καρπός.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ευγενικός
    • απαλός
    • εύθραυστος
    • φίνος
    • λεπτεπίλεπτος
    • ευπαθής
    • αβροδίαιτος
    • ανάλαφρος
    • βελούδινος
    • λεπτός plural: λεπτά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " delicate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "delicate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αβροδιαίτως · διακριτικά
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "delicate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη