Μετάφραση του "delve" σε Ελληνικά

Οι σκάβω, ερευνώ, σκαλίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "delve" σε Ελληνικά.

delve verb noun γραμματική

(intransitive) To dig the ground, especially with a shovel. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκάβω

    verb

    to dig in the ground

  • ερευνώ

    verb

    to search carefully for information

    The Rising Continent blog delves into the issue of President Habyarimana’s assassination which many believe sparked the subsequent genocide:

    Το blog Rising Continent ερευνά τις πτυχές της δολοφονίας του προέδρου Habyarimana ο οποίος, σύμφωνα με πολλούς μάρτυρες, προκάλεσε τη γενοκτονία:

  • σκαλίζω

    verb

    to dig in the ground

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ψάχνω
    • σκάπτω
    • αναδιφώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " delve " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "delve" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αναδιφώ (σε) κτ · εγκύπτω σε · εμβαθύνω σε · κάνω αναδρομή σε
  • εμβαθύνω
  • ερευνώ
  • αναδιφώ (σε) κτ · εγκύπτω σε · εμβαθύνω σε · κάνω αναδρομή σε
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "delve" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη