Μετάφραση του "demonic" σε Ελληνικά
Οι δαιμονικός, διαμονική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "demonic" σε Ελληνικά.
demonic
adjective
γραμματική
Of, relating to, involving or resembling demons; demoniac. [..]
-
δαιμονικός
adjective masculineYou cast a spell on us to keep us from seeing your demon side.
Μας έκανες ξόρκι για να μη δούμε τη δαιμονική σου πλευρά.
-
διαμονική
demonic fantasy
δαιμονικής φαντασίας
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " demonic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "demonic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ακηδία
-
δαιμονοποίηση
-
αερικό · δαίμονας · δαιμόνιο · σατανάς
-
δαιμονίζω · δαιμονοποιώ
-
δαιμονισμός
-
αερικό · δαίμονας · δαιμόνιο · σατανάς
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη