Μετάφραση του "demonstrated" σε Ελληνικά
Το αποδεδειγμένος είναι η μετάφραση του "demonstrated" σε Ελληνικά.
demonstrated
adjective
verb
Simple past tense and past participle of demonstrate. [..]
-
αποδεδειγμένος
Adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " demonstrated " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "demonstrated" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παλλαϊκή διαδήλωση
-
όπερ έδει δείξαι
-
αποδεδειγμένη ικανότητα
-
απόδειξη · διαδήλωση · εκδήλωση · εξωτερίκευση · επίδειξη · επιδειξη-εκδηλωση, !!Διαδηλωση · παρουσίαση · πρόγραμμα επίδειξης · συλλαλητήριο
-
δεικτικός · διαχυτικός · εκδηλωτικός
-
Επίδειξη
-
δεικτική αντωνυμία
-
επίδειξη διαλειτουργικότητας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη