Μετάφραση του "demotic" σε Ελληνικά

Οι δημοτικός, δημώδης, κοινός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "demotic" σε Ελληνικά.

demotic adjective noun γραμματική

Of or for the common people. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δημοτικός

    adjective masculine

    written modern Greek

    The writing is in Egyptian hieroglyphic, demotic, and Greek, and the Greek text became the key making decipherment of Egyptian possible.

    Είναι γραμμένη στην ιερογλυφική και στη δημοτική αιγυπτιακή, καθώς επίσης στην ελληνική, το δε ελληνικό κείμενο αποτέλεσε το κλειδί για την αποκρυπτογράφηση της αιγυπτιακής.

  • δημώδης

    adjective proper feminine m;f masculine;feminine

    written modern Greek

  • κοινός

    adjective masculine

    of or for the common people

    It was the “demotic” or simplified common writing used by business people for their records of civil transactions.

    Ήταν η «δημοτική» ήτοι απλοποιημένη κοινή γραφή που εχρησιμοποιείτο από τον εμπορικό κόσμο για την καταγραφή των πολιτικών συναλλαγών.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δημοτική
    • λαϊκός
    • Δημώδης αιγυπτιακή γραφή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " demotic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Demotic adjective noun

Demotic (Egyptian) [..]

+ Προσθήκη

"Demotic" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Demotic στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "demotic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • υποβιβάζω · υποβιβασμός
  • υποβιβασμένος
  • Δημοτική · δημοτική
  • ιεραρχική υποβάθμιση εργαζομένου · κατέβασμα · καταβιβασμός · μείωση · υποβάθμιση · υποβιβασμός · χαμήλωμα
  • υποβιβάζοντας
  • υποβιβασμένος
  • υποβιβάζω · υποβιβασμός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "demotic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη