Μετάφραση του "deniable" σε Ελληνικά
Το διαψεύσιμος είναι η μετάφραση του "deniable" σε Ελληνικά.
deniable
adjective
γραμματική
Able to be denied or contradicted [..]
-
διαψεύσιμος
adjective masculineSaul says I'm not deniable enough.
Ο Σολ λέει δεν είμαι αρκετά διαψεύσιμος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " deniable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "deniable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ευλογοφανές άλλοθι άγνοιας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη