Μετάφραση του "denizen" σε Ελληνικά
Οι Inhabitant, κάτοικος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "denizen" σε Ελληνικά.
denizen
verb
noun
γραμματική
(transitive, UK) To grant rights of citizenship to; to naturalize. [..]
-
Inhabitant
-
κάτοικος
noun masculineMany odd denizens of the dark can be found creeping about in your school after hours.
Πολλοί παράξενοι κάτοικοι του σκότους μπορούν να βρεθούν να σέρνονται στο σχολείο σας μετά το σχόλασμα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " denizen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Denizen
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Denizen" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Denizen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη