Μετάφραση του "denture" σε Ελληνικά

Οι οδοντοστοιχία, μασέλα, τεχνητή οδοντοστοιχία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "denture" σε Ελληνικά.

denture noun γραμματική

a set of teeth, the teeth viewed as a unit [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οδοντοστοιχία

    noun feminine

    set of teeth, the teeth viewed as a unit

    A badly positioned denture with poor oral care increases the risk of oral cancers.

    Μια άσχημα τοποθετημένη οδοντοστοιχία με κακή στοματική φροντίδα αυξάνει τον κίνδυνο καρκίνων του στόματος.

  • μασέλα

    noun feminine

    complete replacement of all teeth in a mouth

    Dorothy, anger is a lot like a piece of shredded wheat caught under your dentures.

    Dorothy, ο θυμός είναι σαν να ένα σουσάμι που σου έχει κάτσει ανάμεσα στην μασέλα.

  • τεχνητή οδοντοστοιχία

    noun feminine

    complete replacement of all teeth in a mouth

    The markings were made by someone wearing dentures.

    Τα σημάδια έχουν δημιουργηθεί από κάποιον με τεχνητή οδοντοστοιχία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " denture " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "denture"

Φράσεις παρόμοιες με "denture" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "denture" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη