Μετάφραση του "deoxidize" σε Ελληνικά
Οι αποξειγονώνω, αποξειδώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deoxidize" σε Ελληνικά.
deoxidize
verb
γραμματική
(transitive) (chemistry) To remove oxygen from. [..]
-
αποξειγονώνω
verb -
αποξειδώνω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " deoxidize " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη