Μετάφραση του "depopulation" σε Ελληνικά

Οι αποπληθυσμός, ερήμωση, μείωση τού πληθυσμού είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "depopulation" σε Ελληνικά.

depopulation noun γραμματική

The act of depopulating or condition of being depopulated; the destruction or expulsion of inhabitants. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποπληθυσμός

    noun

    We are aware of the serious threat to Europe's rural infrastructure through rural depopulation.

    Γνωρίζουμε τώρα τη σοβαρή απειλή που αποτελεί για την αγροτική υποδομή της Ευρώπης ο αποπληθυσμός του αγροτικού τομέα.

  • ερήμωση

    This may result in the further depopulation of certain disadvantaged areas.

    Ως αποτέλεσμα, θα μπορούσε να προκύψει η περαιτέρω ερήμωση ορισμένων αναπτυξιακά καθυστερημένων περιοχών.

  • μείωση τού πληθυσμού

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πληθυσμιακή συρρίκνωση
    • πληθυσμιακός μαρασμός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " depopulation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "depopulation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "depopulation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη