Μετάφραση του "deposal" σε Ελληνικά
Οι κατάργηση, καθαίρεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deposal" σε Ελληνικά.
deposal
noun
γραμματική
The act of deposing from office; a removal from the throne.
-
κατάργηση
noun feminine -
καθαίρεση
Conspiracies to depose or assassinate Hitler have existed In the army for years hence the unprecedented security.
Συνωμοσίες για καθαίρεση ή δολοφονία του Χίτλερ έχουν... σημειωθεί στο στρατό εδώ και χρόνια, εξ ου και τα δρακόντεια μέτρα ασφαλείας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " deposal " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη