Μετάφραση του "depositor" σε Ελληνικά

Το καταθέτης είναι η μετάφραση του "depositor" σε Ελληνικά.

depositor noun γραμματική

A person who makes a deposit, especially a deposit of money in a bank [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καταθέτης

    noun masculine

    person [..]

    If a depositor places $100 in his account, the bank may loan $92 of it.

    Αν ο καταθέτης βάλει 100 δολάρια στο λογαριασμό του, επιτρέπεται στην τράπεζα να δανειοδοτήσει τα 92 δολάρια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " depositor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "depositor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη