Μετάφραση του "depraved" σε Ελληνικά

Οι φαύλος, αχρείος, διεφθαρμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "depraved" σε Ελληνικά.

depraved adjective verb γραμματική

Simple past tense and past participle of deprave. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φαύλος

    adjective masculine
  • αχρείος

    noun masculine

    But Jared is not the depraved killer you say he is.

    Αλλά ο Τζάρεντ δεν είναι ο αχρείος δολοφόνος που λέτε.

  • διεφθαρμένος

    adjective masculine

    From infancy children are surrounded by the depraved environment of this corrupt world.

    Από τη νηπιότητα τα παιδιά περικυκλώνονται από το εξαχρειωμένο περιβάλλον αυτού του διεφθαρμένου κόσμου.

  • εξαχρειωμένος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " depraved " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "depraved" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διαφθορά
  • διαστρέφω · διαφθείρω · εκφαυλίζω · εξαχρειώνω · καταβιβάζω · καταδέχομαι · κατεβάζω · μειώνώ · χαμηλώνω
  • ανοσιούργημα · αχρειότητα · διαφθορά · εξαχρείωση
  • ανθρώπινη εξαχρείωση
  • διεφθαρμένες ορέξεις
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "depraved" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη