Μετάφραση του "deprive" σε Ελληνικά

Οι στερώ, αφαιρώ, απογυμνώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deprive" σε Ελληνικά.

deprive verb γραμματική

To take something away (and keep it away); deny someone of something. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στερώ

    verb

    I'm extremely sorry to be depriving you of it.

    Λυπάμαι πάρα πολύ που σας το στερώ αυτό.

  • αφαιρώ

    verb

    In Romania, the language law would deprive several hundreds of thousands of people of their nationality.

    Στη Ρουμανία, ο νόμος για τη γλώσσα θα αφαιρέσει από αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες άτομα την υπηκοότητά τους.

  • απογυμνώνω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποστερώ
    • απολύω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " deprive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "deprive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "deprive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη