Μετάφραση του "dermal" σε Ελληνικά
Οι δερματικός, δερμικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dermal" σε Ελληνικά.
dermal
adjective
γραμματική
(anatomy) Of or pertaining to skin or integument. [..]
-
δερματικός
adjective masculineMay cause dermal reactions to individuals suffering from skin problems.
Mπορεί να προκαλέσει δερματική αντίδραση σε άτομα με δερματικά προβλήματα.
-
δερμικός
adjective masculineThis dermal regenerator should repair damaged tissue as well as prevent scarring.
Αυτός ο δερμικός αναγεννητής θα επανορθώσει τον χαλασμένο ιστό και θα αποτρέψει το σημάδι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dermal " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη