Μετάφραση του "desecrate" σε Ελληνικά

Οι βεβηλώνω, συλώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "desecrate" σε Ελληνικά.

desecrate adjective verb γραμματική

(transitive) To profane or violate the sacredness or sanctity of something. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βεβηλώνω

    verb

    to profane or violate sacredness

    Forgive me for desecrating this place and ruining our chat.

    Συγγνώμη που βεβηλώνω αυτό το μέρος και χαλάω την κουβέντα!

  • συλώ

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " desecrate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "desecrate"

Φράσεις παρόμοιες με "desecrate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • · βεβήλωση · ιεροσυλία · σύληση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "desecrate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη