Μετάφραση του "designer" σε Ελληνικά

Οι σχεδιαστής, σχεδιάστρια, ντιζάινερ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "designer" σε Ελληνικά.

designer adjective noun γραμματική

A person who designs, as profession. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σχεδιαστής

    noun masculine

    person who designs [..]

    Tom is a fashion designer.

    Ο Τομ είναι σχεδιαστής μόδας.

  • σχεδιάστρια

    noun feminine

    person who designs [..]

    Valentina has wanted to be a designer since she was a child.

    Η Βαλεντίνα ήθελε να γίνει σχεδιάστρια από μικρό παιδί.

  • ντιζάινερ

    noun

    These are little designer weapons.

    Αυτά είναι μικρά όπλα " ντιζάινερ ".

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δημιουργός
    • κατασκευαστής
    • μελετητής
    • επώνυμος
    • πρωτουργός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " designer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Designer

The portion of InfoPath used to design forms.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Σχεδίαση

    The portion of InfoPath used to design forms.

    Anyway, I'm just working on designing yet another skyscraper.

    Τέσπα, ασχολούμαι με τη σχεδίαση ενός ακόμη ουρανοξύστη.

Φράσεις παρόμοιες με "designer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "designer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη