Μετάφραση του "desirable" σε Ελληνικά

Οι επιθυμητός, ποθητός, ελκυστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "desirable" σε Ελληνικά.

desirable adjective noun γραμματική

describing something worth having, that is useful to have, or that would be nice to have. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιθυμητός

    adjective masculine

    suitable to be desired [..]

    The coordination of actions under such agreements with Community actions is desirable .

    Είναι επιθυμητός ο συντονισμός των δράσεων στο πλαίσιο παρόμοιων συμφωνιών .

  • ποθητός

    When you're about to leave the country, you suddenly become more desirable.

    Μόλις φτάνει ο καιρός να φύγεις απ'τη χώρα, γίνεσαι ποθητός.

  • ελκυστικός

    adjective

    The EIT title must be desired.

    Ο τίτλος του ΕΙΤ πρέπει να γίνει ελκυστικός.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ευκταίος
    • γοητευτικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " desirable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "desirable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • επιθυμητός
  • Γη της επιθυμίας
  • ζηλεύω
  • εφετικός
  • αίτηση · επιθυμία · επιθυμώ · ευχή · θέληση · θέλω · κέφι · λαχτάρα · λαχταρώ · λιμπίζομαι · ποθώ · προθυμία · πόθος
  • επιθυμώ · ποθώ
  • φυσική έλξη
  • δεν έχω (καμία) διάθεση να · δεν έχω όρεξη για, να
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "desirable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη