Μετάφραση του "desktop" σε Ελληνικά

Οι επιφάνεια εργασίας, επιτραπέζιος υπολογιστής, Επιτραπέζιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "desktop" σε Ελληνικά.

desktop adjective noun γραμματική

The top surface of a desk. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιφάνεια εργασίας

    noun feminine

    on-screen background [..]

    Then you have direct access to their desktop.

    και μετά θα έχεις απευθείας πρόσβαση στην επιφάνεια εργασίας του υπολογιστή τους.

  • επιτραπέζιος υπολογιστής

    noun masculine

    a desktop computer [..]

    desktop computer to access the internet at home,

    επιτραπέζιος υπολογιστής για πρόσβαση στο διαδίκτυο στο σπίτι,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " desktop " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Desktop
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Επιτραπέζιος

    Desktop Computer: A computer where the main unit is intended to be located in a permanent location, often on a desk or on the floor.

    Επιτραπέζιος υπολογιστής : υπολογιστής, η κύρια μονάδα του οποίου προορίζεται να παραμένει σε σταθερή θέση, συνήθως πάνω σε γραφείο ή στο δάπεδο.

Εικόνες με "desktop"

Φράσεις παρόμοιες με "desktop" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "desktop" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη