Μετάφραση του "despair" σε Ελληνικά

Οι απελπισία, απελπίζομαι, απόγνωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "despair" σε Ελληνικά.

despair verb noun γραμματική

(transitive, obsolete) To give up as beyond hope or expectation; to despair of. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απελπισία

    noun feminine

    loss of hope

    Things have come full circle in the state of despair.

    Tα πράγματα έκαvαv τov κύκλo τoυς πρoς τηv απελπισία.

  • απελπίζομαι

    verb

    to be hopeless

    When I despair I remember that all through history the way of truth and love has always won.

    'Οταν απελπίζομαι θυμάμαι ότι στην ιστορία πάντα νικούσε η αλήθεια και η αγάπη.

  • απόγνωση

    Noun feminine

    He committed murder and plunged many people, including his own family, into grief and despair.

    Διέπραξε φόνο και βύθισε πολλούς ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένης και της οικογένειάς του, σε θλίψη και απόγνωση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κατάθλιψη
    • απεγνωσμένος
    • αποζώωση
    • δυσθυμία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " despair " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "despair"

Φράσεις παρόμοιες με "despair" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "despair" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη