Μετάφραση του "desperate" σε Ελληνικά

Οι απελπισμένος, επικίνδυνος, απεγνωσμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "desperate" σε Ελληνικά.

desperate adjective noun γραμματική

Being filled with, or in a state of despair; hopeless. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απελπισμένος

    adjective

    filled with despair

    A desperate man made his way into social services premises in Hallunda taking three of the staff hostage.

    Ένας απελπισμένος άνθρωπος, εισέβαλε στο κτίριο της υπηρεσίας κοινωνικών χώρων λαμβάνοντας τρεις ομήρους από το προσωπικό.

  • επικίνδυνος

    adjective

    Desperate fugitive from the law, though you be.

    Αν και είσαι ένας επικίνδυνος δραπέτης του νόμου.

  • απεγνωσμένος

    adjective masculine

    You're desperate to get your girlfriend out of prison.

    Είσαι απεγνωσμένος να βγάλεις την γκόμενά σου απ'τη φυλακή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απονενοημένος
    • απελπιστικός
    • άπελπις, απέλπιδος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " desperate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Desperate
+ Προσθήκη

"Desperate" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Desperate στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "desperate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ζητώ απεγνωσμένα · θέλω απεγνωσμένα
  • σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να
  • τρομερή δυσχέρεια
  • άπελπις προσπάθεια · απελπισμένη, απεγνωσμένη προσπάθεια
  • απεγνωσμένα · απελπισμένα
  • έχω απόλυτη ανάγκη από · με άμεση ανάγκη για · σε απελπιστική ανάγκη [+Γεν.] · χρειάζομαι επειγόντως
  • απελπισία · απόγνωση
  • Νοικοκυρές Σε Απόγνωση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "desperate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη