Μετάφραση του "destructive" σε Ελληνικά

Οι καταστρεπτικός, καταστροφικός, ολέθριος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "destructive" σε Ελληνικά.

destructive adjective γραμματική

Causing destruction; damaging. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καταστρεπτικός

    adjective masculine

    causing destruction; damaging

    You know you're destructive with kid gloves on, Royce?

    Ξέρεις, είσαι καταστρεπτικός με τα δερμάτινα γάντια Ρόις.

  • καταστροφικός

    adjective masculine

    causing destruction; damaging

    He's wild, destructive and has little or no respect for authority.

    Είναι ζωηρός, καταστροφικός και δε σέβεται την εξουσία.

  • ολέθριος

    adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποδομητικός
    • πεισιθάνατος
    • επιβλαβής
    • φθοροποιός
    • -φθόρος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " destructive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "destructive"

Φράσεις παρόμοιες με "destructive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "destructive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη