Μετάφραση του "detained" σε Ελληνικά

Οι προφυλακισμένος, υπό κράτηση, υπόδικος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "detained" σε Ελληνικά.

detained verb

Simple past tense and past participle of detain. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προφυλακισμένος

  • υπό κράτηση

  • υπόδικος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " detained " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "detained" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κράτηση
  • αναχαιτίζω · δεσμεύω · εγκλείω · θέτω υπό κράτηση · καθηλώνω · καθυστερώ · κατάσχω · κρατώ · προφυλακίζω · σταματώ · συλλαμβάνω · φυλακίζω
  • απασχολώ · καθυστερώ
  • είμαι υπό κράτηση · κρατούμαι · προφυλακίζομαι
  • κράτηση
  • αναχαιτίζω · δεσμεύω · εγκλείω · θέτω υπό κράτηση · καθηλώνω · καθυστερώ · κατάσχω · κρατώ · προφυλακίζω · σταματώ · συλλαμβάνω · φυλακίζω
  • αναχαιτίζω · δεσμεύω · εγκλείω · θέτω υπό κράτηση · καθηλώνω · καθυστερώ · κατάσχω · κρατώ · προφυλακίζω · σταματώ · συλλαμβάνω · φυλακίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "detained" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη