Μετάφραση του "deter" σε Ελληνικά

Οι αποτρέπω, αποτροπή, εμποδίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deter" σε Ελληνικά.

deter verb γραμματική

To prevent something from happening. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποτρέπω

    verb

    It should be obvious that excessively low tariffs can deter possible competitors from entering the market.

    Είναι προφανές ότι εξαιρετικά χαμηλά τιμολόγια μπορούν να αποτρέψουν την είσοδο στην αγορά εν δυνάμει ανταγωνιστών.

  • αποτροπή

    Noun

    Environmental considerations also play an important role in deterring entry and expansion.

    Οι περιβαλλοντικές πτυχές διαδραματίζουν επίσης σημαντικό ρόλο στην αποτροπή της εισόδου και της επέκτασης.

  • εμποδίζω

    verb

    What powers does the EU Commission have to deter Member States from developing such sites?

    Ποιες αρμοδιότητες διαθέτει η Επιτροπή της ΕΕ για να εμποδίσει τα κράτη μέλη από την ανάπτυξη τέτοιων τοποθεσιών·

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποθαρρύνω
    • καταστέλλω
    • εξορκίζω
    • θέτω φραγμό, -ούς
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " deter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "deter" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "deter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη