Μετάφραση του "detonation" σε Ελληνικά

Οι έκρηξη, εκπυρσοκρότηση, πυροδότηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "detonation" σε Ελληνικά.

detonation noun γραμματική

An explosion or sudden report made by the near-instantaneous decomposition or combustion of unstable substances as, the detonation of gun cotton. Specifically, combustion that spreads supersonically via shock compression. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έκρηξη

    noun feminine

    Popadiak says even if he detonates now, they're clear.

    Ο Ποπάντιακ λέει ότι ακόμα κι αν προκαλέσει την έκρηξη τώρα, θα είναι εντάξει.

  • εκπυρσοκρότηση

    noun feminine

    With you rushing me, though, I can't promise a smooth detonation.

    Με εσένα να με πιέζεις όμως, δεν μπορώ να εγγυηθώ μια ήρεμη εκπυρσοκρότηση.

  • πυροδότηση

    feminine

    You need a nuclear physicist to arm it and trigger the detonation.

    Χρειάζεσαι πυρηνικό φυσικό για να το οπλίσεις και να προκαλέσεις την πυροδότηση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " detonation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "detonation"

Φράσεις παρόμοιες με "detonation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ανατινάζομαι · ανατινάζω · εκπυρσοκροτώ · εκρήγνυμαι · πυροδοτώ
  • πυροδοτώ
  • καψούλι · πυροκροτητής
  • καψούλι
  • καψούλι · πυροκροτητής
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "detonation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη